ΑΚΟΛΟΥΘΩΝΤΑΣ ΤΟ ΧΡΗΜΑ: ΠΟΙΟΣ ΟΔΗΓΕΙ ΤΟ ΠΑΝΔΗΜΙΚΟ ΕΞΠΡΕΣ;
Η παρεοκρατία του Κράτους και των μεγάλων επιχειρήσεων δεν ενδιαφέρεται ούτε για εσάς ούτε για την υγεία σας! Ενδιαφέρονται μόνο πως θα αποκτήσουν περισσότερο πλούτο, εξουσία και συγκεντρωτικό έλεγχο!
Aπό τον Δρ. David Bell και την Emma McArthur
Οι σκεπτικιστές κατά της εντεινόμενης ατζέντας τής «πρόληψης, ετοιμότητας και αντιμετώπισης της πανδημίας» (PPR) πανηγύρισαν πρόσφατα, προαναγγέλλοντας μια αντιλαμβανόμενη από αυτούς «ήττα» των αμφιλεγόμενων τροποποιήσεων που έγιναν απο τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας (ΠΟΥ) προς τους Διεθνείς Κανονισμούς Υγείας (IHR). Αν και οι προτεινόμενες τροποποιήσεις θα είχαν αναμφίβολα διευρύνει τις εξουσίες του ΠΟΥ, αυτή η εστίαση του ΠΟΥ στο συγκεκριμένο ζήτημα αντικατοπτρίζει μια στενή άποψη της παγκόσμιας υγείας και της βιομηχανίας γυρω απο την πανδημία. Ο ΠΟΥ είναι σχεδόν ένας παίκτης σε ένα πολύ μεγαλύτερο παιχνίδι συνεργασιών δημόσιου-ιδιωτικού τομέα και οικονομικών κινήτρων που μετέτρεψαν την πανδημία σε ενα κυνήγι υπερκερδών.
Ενώ ο ΠΟΥ εργάζεται στο επίκεντρο, η βιομηχανία της πανδημίας αναπτύσσοταν στο παρασκήνιο για πάνω από μια δεκαετία και η επέκτασή της επιταχύνεται αμείωτα. Άλλοι σημαντικοί παράγοντες όπως η Παγκόσμια Τράπεζα, οι συνασπισμοί των πλούσιων εθνών των G7 και των G20 καθώς και οι εταιρικοί συνεργάτες τους, δουλεύουν μέσα σε έναν κόσμο που εμπίπτει όλο και λιγότερο στη διαφάνεια· έναν κόσμο όπου οι κανόνες είναι πιο χαλαροί και η σύγκρουση συμφερόντων λαμβάνει λιγότερη διερεύνηση.
Εάν η παγκόσμια υγειονομική κοινότητα θέλει να διατηρήσει τη προστασία της δημόσιας υγεία, πρέπει επειγόντως να κατανοήσει την ευρύτερη διαδικασία που βρίσκεται σε εξέλιξη και να λάβει μέτρα για να τη σταματήσει. Η πανδημία εξπρές πρέπει να σταματήσει υπό το βάρος των αποδεικτικών στοιχείων και των βασικών αρχών της δημόσιας υγείας.
Η Χρηματοδότηση μιας παγκόσμιας πανδημικής γραφειοκρατίας
«Το Ενδιάμεσο Χρηματοπιστωτικό Ταμείο (FIF) θα μπορούσε να αποτελέσει ακρογωνιαίο λίθο στην κατασκευή ενός πραγματικά παγκόσμιου ταμείου Ετοιμότητας και Ανταπόκρισης (PPR) στο πλαίσιο της Διεθνούς Συνθήκης για την Πρόληψη, την Ετοιμότητα και την Ανταπόκριση έναντι της Πανδημίας, όπως χρηματοδοτείται από την Παγκόσμια Συνέλευση Υγείας». (ΠΟΥ, 19 Απριλίου 2022)
Λέγεται στον κόσμο να φοβάται τις πανδημίες. Το αυξανόμενο κοινωνικο-οικονομικό κόστος της κρίσης της πανδημίας της COVID-19 διαφημίζεται ως δικαιολογία για την αυξημένη εστίαση στη χρηματοδότηση του ταμείου Ετοιμότητας και Ανταπόκρισης (PPR).
Οι εκκλήσεις για «επείγουσα» συλλογική δράση για την αποτροπή της «επόμενης» πανδημίας βασίζονται σε συστημικές «αδυναμίες» που υποτίθεται ότι εκτίθενται από την COVID-19. Καθώς ο ΠΟΥ προχωρούσε στην ώθησή του για μια νέα «συνθήκη» για τη πανδημία το 2021, τα μέλη της G20 συμφώνησαν να ιδρύσουν μια Κοινή Ομάδα Οικονομικών και Υγείας (JFHTF) για να «ενισχύουν τη σύμπραξη και τη παγκόσμια συνεργασία σε θέματα που σχετίζονται με την πρόληψη της πανδημίας, την ετοιμότητα και την Ανταπόκρισή».
Μια κοινή έκθεση Παγκόσμιας Τράπεζας & ΠΟΥ, που εκπονήθηκε για την κοινή ομάδα εργασίας των G20 εκτιμά ότι 31,1 δισεκατομμύρια δολάρια ΗΠΑ θα απαιτούνται ετησίως για το μελλοντικό ταμείο Ετοιμότητας και Ανταπόκρισης (PPR), συμπεριλαμβανομένων των 10,5 δισεκατομμυρίων δολαρίων ΗΠΑ ετησίως σε νέα διεθνή χρηματοδότηση για την υποστήριξη των εκλαβόμενων χρηματοδοτικών κενών σε Χώρες Χαμηλού και Μεσαίου Εισοδήματος (LMIC). Οι δραστηριότητες που σχετίζονται με την επιτήρηση αποτελούν σχεδόν το ήμισυ αυτών, με 4,1 δισεκατομμύρια δολάρια ΗΠΑ να απαιτούνται σε νέα χρηματοδότηση για την αντιμετώπιση των κενών στο σύστημα.
Σε όρους δημόσιας υγείας, η χρηματοδότηση που προτείνεται για την επέκταση της παγκόσμιας υποδομής για το ταμείο Ετοιμότητας και Ανταπόκρισης (PPR) είναι τεράστια. Αντίθετα, ο εγκεκριμένος προϋπολογισμός του προγράμματος διετίας του ΠΟΥ για την περίοδο 2022-2023 ανέρχεται κατά μέσο όρο στα 3,4 δισεκατομμύρια δολάρια ΗΠΑ ετησίως. Το Παγκόσμιο Ταμείο, ο κύριος διεθνής χρηματοδότης της ελονοσίας, της φυματίωσης και του AIDS – των οποίων η συνολική ετήσια θνησιμότητα ξεπερνά τα 2,5 εκατομμύρια – χορηγεί επί του παρόντος μόλις 4 δισεκατομμύρια δολάρια ΗΠΑ ετησίως και για τις τρεις ασθένειες μαζί. Σε αντίθεση με τη COVID-19, αυτές οι ασθένειες προκαλούν σημαντική θνησιμότητα σε χώρες χαμηλότερου εισοδήματος και σε νεότερες ηλικιακές ομάδες, χρόνο με τον χρόνο.
Τον Απρίλιο του 2022, η G20 συμφώνησε να ιδρύσει ένα νέο «Ενδιάμεσο Χρηματοπιστωτικό Ταμείο» (FIF) που στεγάζεται στην Παγκόσμια Τράπεζα, για να αντιμετωπίσει το χρηματοδοτικό κενό των 10,5 δισεκατομμυρίων δολαρίων για το ταμείο Ετοιμότητας και Ανταπόκρισης (PPR). Το Ενδιάμεσο Χρηματοπιστωτικό Ταμείο (FIF) προορίζεται να αξιοποιήσει την υπάρχουσα χρηματοδότηση για την πανδημία για την «ενίσχυση των συστημάτων υγείας και των αποθεματων του ταμείου Ετοιμότητας και Ανταπόκρισης (PPR) σε χώρες και περιφέρειες χαμηλού και μεσαίου εισοδήματος». Ο ΠΟΥ προβλέπεται να είναι ο τεχνικός επικεφαλής, δίνοντάς τους έναν εξασφαλισμένο ρόλο, ανεξάρτητα από το αποτέλεσμα των τρεχουσών συζητήσεων για τη «συνθήκη».
Η ίδρυση του ταμείου προχώρησε με ταχύτητα που κόβει την ανάσα και εγκρίθηκε στις 30 Ιουνίου από το Διοικητικό Συμβούλιο της Παγκόσμιας Τράπεζας. Μια σύντομη περίοδος διαβουλεύσεων προηγείται της αναμενόμενης έναρξης τον Σεπτέμβριο του 2022. Μέχρι σήμερα, δωρεές συνολικού ύψους 1,3 δισεκατομμυρίων δολαρίων έχουν δεσμευτεί από τις κυβερνήσεις, την Ευρωπαϊκή Επιτροπή και διάφορες ιδιωτικές και Μη Κυβερνητικές Οργανώσεις, συμπεριλαμβανομένου του Ιδρύματος Bill and Melinda Gates, του ιδρύματος Rockefeller, και του ιδρύματος Wellcome Trust. Οι αρχικοί τομείς για το ταμείο είναι κάπως περιεκτικοί, συμπεριλαμβανομένης της «παρακολούθησης ασθενειών» σε επίπεδο χώρας· εργαστηριακά συστήματα· συντονισμό και διαχείριση εκτάκτων αναγκών· κρίσιμες δεξιότητές εργατικού δυναμικού στον τομέα της υγείας· και συμμετοχή στην κοινότητα».
Ως προς το πεδίο εφαρμογής, το ταμείο έχει την όψη ενός νέου «Παγκοσμίου Οργανισμού Υγείας» για τις πανδημίες – για να προστεθεί στο υπάρχον (και διαρκώς διευρυνόμενο) παγκόσμιο δίκτυο οργανισμών υγείας, όπως ο ΠΟΥ· η Gavi (Παγκόσμια Συμμαχία για τα Εμβόλια και την Ανοσοποίηση)· ο CEPI (Συνασπισμός για καινοτομίες επιδημιολογικής ετοιμότητας)· και το Παγκόσμιο Ταμείο. Είναι όμως δικαιολογημένη αυτή η αυξημένη δαπάνη για το ταμείο Ετοιμότητας και Ανταπόκρισης (PPR); Είναι το κλιμακούμενο κοινωνικο-οικονομικό κόστος έναντι της COVID-19 λόγω της αδυναμίας δράσης της παγκόσμιας υγειονομικής κοινότητας, όπως ευρέως υποστηρίζεται; Ή οφείλονται σε αμελείς πράξεις αποτυχίας από τον ΠΟΥ και τις παγκόσμιες κυβερνήσεις, όταν απέρριψαν προηγούμενες κατευθυντήριες γραμμές για την πανδημία που βασίζονται σε τεκμηριωμένα στοιχεία;
COVID-19: αποτυχία δράσης ή δράσεις αποτυχίας;
Στη συζήτηση γύρω από την αναπτυσσόμενη βιομηχανία της πανδημίας, στρέφεται μεγάλη προσοχή στον κεντρικό ρόλο του ΠΟΥ. Αυτή η προσοχή είναι κατανοητή δεδομένης της θέσης του ΠΟΥ ως φορέα που είναι υπεύθυνος για την παγκόσμια δημόσια υγεία αλλά και της ώθησής του προς ψήφιση μιας νέας διεθνής συμφωνίας για τις πανδημίες.
Ωστόσο, ο χειρισμός του ΠΟΥ στην ανταπόκριση έναντι της COVID-19 δημιουργεί σοβαρές αμφιβολίες για την ικανότητα της ηγεσίας του και εγείρει ερωτήματα σχετικά με τις ανάγκες που εξυπηρετεί ο οργανισμός.
Η αποτυχία του ΠΟΥ να ακολουθήσει τις δικές του προϋπάρχουσες οδηγίες για τη πανδημία υποστηρίζοντας τα lockdowns, τα μαζικά τεστ, το κλείσιμο των συνόρων και το πρόγραμμα μαζικού εμβολιασμού με την ονομασία COVAX πολλών δισεκατομμυρίων δολαρίων, έχει δημιουργήσει τεράστια έσοδα για τους κατασκευαστές εμβολίων και τη βιομηχανία βιοτεχνολογίας, των οποίων οι εταιρείες και οι επενδυτές είναι σημαντικοί συνεισφέροντες χρηματων προς τον ΠΟΥ. Αυτή η προσέγγιση έχει ακρωτηριάσει τις οικονομίες, έχει βλάψει τα υπάρχοντα προγράμματα υγείας και έχει παγιώσει περαιτέρω τη φτώχεια σε χώρες χαμηλών εισοδήματων. Δεκαετίες προόδου στην υγεία των παιδιών είναι πιθανό να αναιρεθούν, μαζί με τη συντριβή των μακροπρόθεσμων προοπτικών για δεκάδες εκατομμύρια παιδιά, μέσω της απώλειας της εκπαίδευσης, του αναγκαστικού γάμου παιδιών και του υποσιτισμού. Εγκαταλείποντας τις αρχές της ισότητας και της υγειονομικής περίθαλψης με γνώμονα την κοινότητα, ο ΠΟΥ φαίνεται να έχει γίνει ένα απλό πιόνι στο τζόγο του ταμείου Ετοιμότητας και Ανταπόκρισης (PPR), υπόχρεος σ’ αυτούς που έχουν την πραγματική εξουσία· τις οντότητες που του παρέχουν τα έσοδά του και που ελέγχουν τους πόρους που τώρα κατευθύνονται σ’ αυτόν.
Η Συντεχνιοποίηση της παγκόσμιας δημόσιας υγείας
Πρόσφατα ιδρυόμενες υπηρεσιες υγείας που ασχολούνται με τον εμβολιασμό και τις πανδημίες, όπως η Gavi (Παγκόσμια Συμμαχία για τα Εμβόλια και την Ανοσοποίηση) και o CEPI (Συνασπισμός για καινοτομίες επιδημιολογικής ετοιμότητας), φαίνεται ότι είχαν μεγάλη επιρροή από την αρχή. O CEPI, είναι το πνευματικό τέκνο του Μπιλ Γκέιτς, του Τζέρεμι Φάραρ (διευθυντή του Wellcome Trust) και άλλων στο Παγκόσμιο Οικονομικό Φόρουμ υπέρ των lockdown. O CEPI, που ξεκίνησε από το Νταβός το 2017, δημιουργήθηκε για να βοηθήσει στην προώθηση στην αγορά των επιδημικών εμβολίων. Δεν είναι μυστικό ότι ο Μπιλ Γκέιτς έχει σημαντικούς ιδιωτικούς οικονομικούς δεσμούς με τη φαρμακευτική βιομηχανία, εκτός από αυτούς του ιδρύματός του. Αυτό θέτει σαφώς ένα ερωτηματικό για τον φιλανθρωπικό χαρακτήρα των επενδύσεών του.
Ο CEPI φαίνεται να είναι ο πρόδρομος αυτού που όλο και περισσότερο μετατρέπεται ο ΠΟΥ – ένα μέσο όπου άτομα και εταιρείες μπορούν να ασκήσουν επιρροή και να βελτιώσουν τις αποδόσεις των κερδών τους καταπατώντας βασικούς τομείς της δημόσιας υγείας. Το επιχειρηματικό μοντέλο του CEPI, όπου απαιτεί από τους φορολογούμενους να αναλαμβάνουν το μεγαλύτερο μέρος του οικονομικού κινδύνου για την έρευνα και την ανάπτυξη των εμβολίων, ενώ οι μεγάλες φαρμακευτικές εταιρείες αποκομίζουν όλα τα κέρδη, αναπαρίσταται κυρίως στην έκθεση της Παγκόσμιας Τράπεζας και του ΠΟΥ.
Η ίδια η Gavi, ένας σημαντικός χορηγός του ΠΟΥ, και που υπάρχει αποκλειστικά για να αυξήσει την προσβασιμότητα στον εμβολιασμό, βρίσκεται επίσης υπό την άμεση επιρροή του Bill Gates, μέσω του Ιδρύματος Bill and Melinda Gates. Η συμμετοχή της Gavi (μαζί με τον CEPI) στο πρόγραμμα COVAX του ΠΟΥ, το οποίο μετατόπισε τεράστιους πόρους προς τον μαζικό εμβολιασμό κατά της COVID-19 σε χώρες όπου η νόσος COVID-19 είναι μια ασθένεια σχετικά μικρής επιβάρυνσής, υποδηλώνει ότι αυτός ο οργανισμός συνδέεται ισχυρότερα με τις πωλήσεις εμβολίων παρά με τα πραγματικά αποτελέσματα για τη δημόσια υγεία.
Η Χρηματοδότηση πανδημίας – αγνοώντας τη μεγάλη εικόνα;
Με την πρώτη ματιά, η αυξημένη χρηματοδότηση του ταμείου Ετοιμότητας και Ανταπόκρισης (PPR) στις Χώρες Χαμηλού και Μεσαίου Εισοδήματος (LMIC) μπορεί να φαίνεται ως κοινό καλό. Η έκθεση της Παγκόσμιας Τράπεζας και του ΠΟΥ υποστηρίζει ότι «η συχνότητα και ο αντίκτυπος των παθογόνων που είναι επιρρεπή σε πανδημίες αυξάνονται». Ωστόσο, αυτό διαψεύδεται από την πραγματικότητα, καθώς ο ΠΟΥ απαριθμεί μόνο 5 «πανδημίες» τα τελευταία 120 χρόνια, με τη μεγαλύτερη θνησιμότητα να σημειώνεται στην πανδημία γρίπης H1N1 («ισπανική») του 1918-19, δηλαδή πριν από τα αντιβιοτικά και τη σύγχρονη ιατρική. Πέρα από τον COVID-19, το ξέσπασμα της «γρίπης των χοίρων» το 2009-10, που σκότωσε λιγότερους ανθρώπους από ένα κανονικό έτος γρίπης, είναι η μόνη «πανδημία» τα τελευταία 50 χρόνια.
Μια τέτοια μυωπική εστίαση στον πανδημικό κίνδυνο θα κάνει ελάχιστα για να αντιμετωπίσει σοβαρότερες αιτίες ασθένειας και θανάτου και πιθανώς αναμένεται να επιδεινώσει τα πράγματα για τους ανθρώπους που αντιμετωπίζουν πιο ακραίες μορφές κοινωνικο-οικονομικής δυσπραγίας.
Οι κυβερνήσεις των χωρών χαμηλού εισοδήματος θα έχουν «κίνητρα» να αποσπούν πόρους απο προγράμματα που σχετίζονται με το ταμείο Ετοιμότητας και Ανταπόκρισης (PPR), ενισχύοντάς περαιτέρω την αυξανόμενη κρίση χρέους. Ένα πιο συγκεντρωτικό, “από τα πάνω προς τα κάτω” σύστημα δημόσιας υγείας δε θα έχει την ευελιξία για να καλύψει τις τοπικές και περιφερειακές ανάγκες. Η μεταφορά κονδυλίων στήριξης από ασθένειες που έχουν μεγαλύτερη επιβάρυνση αλλά και απο άλλους μοχλούς οικονομικής ανάπτυξης, θα έχει άμεσο αντίκτυπο στη θνησιμότητα σε αυτές τις χώρες, ιδιαίτερως στα παιδιά.
Η έκθεση των ΠΟΥ-Παγκόσμιας Τράπεζας αναφέρει ότι οι πυλώνες της παγκόσμιας αρχιτεκτονικής για το ταμείο Ετοιμότητας και Ανταπόκρισης (PPR) πρέπει να οικοδομηθούν στις «θεμελιώδεις αρχές της ισότητας, της ένταξης και της αλληλεγγύης». Καθώς οι σοβαρές πανδημίες συμβαίνουν λιγότερο από μία φορά ανά κάθε γενιά, η αυξημένη δαπάνη του ταμείου Ετοιμότητας και Ανταπόκρισης (PPR) προς τις Χώρες Χαμηλού και Μεσαίου Εισοδήματος (LMIC) παραβιάζει σαφώς αυτές τις βασικές αρχές, καθώς εκτρέπει σπάνιους οικονομικούς πόρους μακριά από τους βασικούς τομείς των περιφερειακών τους αναγκών, προς την αντιμετώπιση των προτεραιοτήτων υγείας των πλουσιότερων πληθυσμών. Όπως καταδεικνύεται από τη ζημιά που προκλήθηκε από την αντιμετώπιση της COVID-19, τόσο σε χώρες υψηλού όσο και χαμηλού εισοδήματος, η συνολική ζημία της εκτροπής των πόρων από περιοχές με μεγαλύτερη ανάγκη είναι πιθανό να είναι καθολική. Στην αποτυχία διευθέτησης τέτοιου είδους «κόστους ευκαιρίας», οι συστάσεις του ΠΟΥ, της Παγκόσμιας Τράπεζας και άλλων εταίρων του ταμείου Ετοιμότητας και Ανταπόκρισης (PPR) δεν μπορούν να βασίζονται έγκυρα στη δημόσια υγεία· ούτε αποτελούν βάση για το συνολικό κοινωνικό όφελος.
Ένα είναι σίγουρο. Αυτοί που θα κερδίσουν από αυτό το επεκτεινόμενο κυνήγι υπερκερδών στις επόμενες πανδημίες θα είναι οι ίδιοι που κέρδισαν από την αντιμετώπισή της COVID-19.
Το πανδημικό κυνήγι υπερκερδών – ακολουθώντας το χρήμα
Το νέο ταμείο της Παγκόσμιας Τράπεζας κινδυνεύει να επιδεινώσει τα υπάρχοντα προβλήματα στο παγκόσμιο σύστημα δημόσιας υγείας και να θέσει σε περαιτέρω κίνδυνο την αυτονομία του ΠΟΥ. Αν και αναφέρεται ότι ο ΠΟΥ θα έχει κεντρικό «στρατηγικό ρόλο», τα κεφάλαια θα διοχετεύονται μέσω της Παγκόσμιας Τράπεζας. Ουσιαστικά, οικονομικά παρακάμπτει τα μέτρα λογοδοσίας προς τον ΠΟΥ, όπου ζητήματα σχετικής αξίας μπορούν να τεθούν πιο εύκολα.
Η προτεινόμενη δομή του Ενδιάμεσου Χρηματοπιστωτικού Ταμείου (FIF) θα ανοίξει το δρόμο για οργανισμούς με ισχυρούς δεσμούς με τις φαρμακευτικές και άλλες βιοτεχνολογικές βιομηχανίες, όπως ο CEPI (Συνασπισμός για καινοτομίες επιδημιολογικής ετοιμότητας) και η Gavi (Παγκόσμια Συμμαχία για τα Εμβόλια και την Ανοσοποίηση), να αποκτήσουν ακόμη μεγαλύτερη επιρροή στο παγκόσμιο Ταμείο Ετοιμότητας και Ανταπόκρισης (PPR), ιδιαίτερα εάν οριστούν ως «οντότητες υλοποίησης» - δηλαδή οι επιχειρησιακοί βραχίονες που θα υλοποιήσουν το πρόγραμμα εργασίας του Ενδιάμεσου Χρηματοπιστωτικού Ταμείου (FIF) σε εθνικό, περιφερειακό και σε παγκόσμιο επίπεδο.
Αν και οι αρχικοί φορείς υλοποίησης του Ενδιάμεσου Χρηματοπιστωτικού Ταμείου (FIF) θα είναι οι υπηρεσίες του ΟΗΕ, οι πολυμερείς αναπτυξιακές τράπεζες και το ΔΝΤ, υπάρχουν ήδη πλάνα για τη διαπίστευση αυτών των νέων διεθνών οντοτήτων υγείας. Οι επενδύσεις είναι πιθανό να στρέφονται σε μεγάλο βαθμό προς βιοτεχνολογικές λύσεις, όπως η επιτήρηση ασθενειών και την ανάπτυξη εμβολίων, εις βάρος όμως άλλων πιο επειγόντων παρεμβάσεων για τη δημόσια υγεία.
Προστασία της δημόσιας υγείας παρά του ιδιωτικού πλούτου
Εάν ο κόσμος θέλει πραγματικά να αντιμετωπίσει τη συστημική αδυναμία που αποκαλύφθηκε από τη πανδημία της COVID-19, πρέπει πρώτα να καταλάβει ότι αυτό το πανδημικό κυνήγι υπερκερδών δεν είναι κάτι καινούργιο· τα θεμέλια για την παγκόσμια καταστροφή της δημόσιας υγείας τόσο σε επίπεδο κοινοτήτων όσο και σε επίπεδο χωρών ξεκίνησαν πολύ πριν από τη COVID-19.
Είναι αδιαμφισβήτητο ότι η COVID-19 έχει αποδειχθεί ένα επικερδέστατο cash cow (σ.σ. μια αγελάδα για άρμεγμα πολλών υπερκερδών) για τους κατασκευαστές εμβολίων και τη βιομηχανία βιοτεχνολογίας. Το μοντέλο σύμπραξης δημοσίου-ιδιωτικού τομέα που κυριαρχεί πλέον στην παγκόσμια υγεία, επέτρεψε τη διοχέτευση τεράστιων πόρων στις τσέπες των εταιρικών κολοσσών, μέσω προγραμμάτων που είτε επηρεάζουν άμεσα ή που και ακόμη διεξάγουν. Η «Αποστολή 100 ημερών» του CEPI δηλαδή η δημιουργία «ασφαλών και αποτελεσματικών» εμβολίων έναντι των «ιογενών απειλών» εντός 100 ημερών – ώστε να «δώσουμε στον κόσμο τη δυνατότητά καταπολέμησης ώστε να περιορίσει ένα μελλοντικό ξέσπασμα προτού αυτό εξαπλωθεί και γίνει παγκόσμια πανδημία» – δίνει το ελεύθερο στις φαρμακευτικές εταιρείες να οικειοποιηθούν δημόσιο χρήμα σε πρωτοφανή κλίμακα, βασισμένες στις δικές τους εκτιμήσεις κινδύνου.
Η αυτοεκπλήρωμενη προφητεία της «αυξανόμενης συχνότητας των πανδημιών» θα διασφαλιστεί με την προώθηση μιας αυξημένης επιτήρησης των ασθενειών – ένα τομέα προτεραιότητας για το Ενδιάμεσο Χρηματοπιστωτικό Ταμείο (FIF). Για να παραθέσω την κοινή έκθεση Παγκόσμιας Τράπεζας-ΠΟΥ:
«Η νοσος COVID-19 τόνισε την ανάγκη διασύνδεσης συστημάτων επιτήρησης και συναγερμού σε περιφερειακό και σε παγκόσμιο δίκτυο για την ανίχνευση συμβάντων μετάδοσης ζωονοσογόνων ασθενειών, την έγκαιρη ειδοποίηση για να καταστεί δυνατή η ταχεία ανταπόκριση των υπηρεσιών δημόσιας υγείας και την επιτάχυνση της ανάπτυξης ιατρικών αντίμετρων».
Όπως πολλοί ισχυρισμοί που διατυπώνονται για τη COVID-19, αυτός ο ισχυρισμός δεν έχει βάση αποδείξεων – η προέλευση της COVID-19 παραμένει εξαιρετικά αμφιλεγόμενη και τα δεδομένα του ΠΟΥ δείχνουν ότι οι πανδημίες δεν είναι συχνές, ανεξάρτητα από την προέλευσή τους. Κανένα από τα «αντίμετρα» δεν έχει αποδειχθεί ότι μειώνει σημαντικά την εξάπλωση της COVID-19, η οποία πλέον έχει γίνει ενδημική παγκοσμίως.
Η αυξημένη επιτήρηση φυσικά και θα εντοπίσει πιο «δυνητικά επικίνδυνα παθογόνα», καθώς οι παραλλαγές των ιών εμφανίζονται συνεχώς στη φύση. Κατά συνέπεια, ο κόσμος αντιμετωπίζει ένα ατελείωτο παιχνίδι αναζήτησης και ανταμοιβής, με ατελείωτα κέρδη για τη βιομηχανία. Παλαιότερα μια φορά ανά κάθε γενιά, αυτή η βιομηχανία έκανε τις «πανδημίες» μέρος της ρουτίνας της ζωής, όπου επιβάλλονταν “απανωτά πυρά” νέων εμβολίων για κάθε νέα ασθένεια ή κάποια παραλλαγή που έφτανε.
Τελικά, αυτό το νέο ταμείο για την πανδημία θα βοηθήσει να προσδεθούν χώρες χαμηλού και μεσαίου εισοδήματος στην αυξανόμενη παγκόσμια γραφειοκρατία της πανδημίας. Ο μεγαλύτερος συγκεντρωτισμός για τη δημόσια υγεία θα κάνει λίγα για να αντιμετωπίσει τις πραγματικές ανάγκες υγείας των ανθρώπων σε αυτές τις χώρες. Εάν αφεθεί το πανδημικό κυνήγι υπερκερδών να συνεχίσει να αυξάνεται, οι φτωχοί θα γίνονται φτωχότεροι και οι άνθρωποι θα πεθαίνουν σε αυξανόμενους αριθμούς από πιο διαδεδομένες ασθένειες οι οποίες θα μπορούσαν να προληφθούν. Οι πλούσιοι θα συνεχίσουν να επωφελούνται, τροφοδοτώντας παράλληλα τον κύριο παράγοντα της κακής υγείας στις χώρες με χαμηλότερο εισόδημα – τη φτώχεια.


